
Ο πρόεδρος της ιαπωνικής αυτοκινητοβιομηχανίας Toyota Motor Corp. Ακίο Τογιόντα πασχίζει να διασκεδάσει τις ανησυχίες για την ποιότητα κατασκευής των οχημάτων της με μία χαμηλού προφίλ επίσκεψη στην Κίνα την Δευτέρα, λίγες ημέρες μετά την αλγεινή ακρόασή του στο αμερικανικό Κογκρέσο για την κρίση στην ασφάλεια των προϊόντων της.
Ο Τογιόντα μετέβη στην Κίνα απευθείας από τις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας την σημασία της κινεζικής αγοράς αυτοκινήτων, η οποία ξεπέρασε πέρυσι αυτήν των ΗΠΑ και κατέστη η μεγαλύτερη στον κόσμο.
Ο πρόεδρος της Toyota Motor Corp, ζήτησε συγγνώμη από τους κινέζους καταναλωτές για τις μαζικές παγκόσμιες ανακλήσεις οχημάτων, που έχουν ωστόσο επηρεάσει σε πολύ μικρό βαθμό την κινεζική αγορά.
Οι καταναλωτές στη Κίνα δεν θα πρέπει να ανησυχούν για τα μοντέλα Prius ή Lexus καθώς τα ελαττωματικά εξαρτήματα που οδήγησαν στις ανακλήσεις των συγκεκριμένων μοντέλων δεν χρησιμοποιούνται στην Κίνα, δήλωσε ο Τογιόντα σε μία αίθουσα όπου βρίσκονταν περισσότεροι από 300 δημοσιογράφοι στο Πεκίνο.
Τα προβλήματα της Toyota στην Κίνα είναι μέχρι στιγμής περιορισμένα. Η εταιρία έχει ανακαλέσει στην Κίνα 75.552 οχήματα RAV4 εξαιτίας προβλημάτων στο γκάζι.
«Πραγματοποιεί το ταξίδι αυτό γιατί η Κίνα έχει καταστεί η μεγαλύτερη αγορά αυτοκινήτων, στην οποία η Toyota δεν είχε καλά αποτελέσματα πέρυσι από τα κατώτερα μοντέλα της έως τα πρώτης γραμμής, όπως το Lexus», τόνισε ο αναλυτής στα HIS Global Insight Τζον Ζενγκ. «Εάν η Toyota χάσει την Κίνα, η παγκόσμια θέση της θα κλυδωνισθεί», πρόσθεσε ο ίδιος.
Μολονότι οι πωλήσεις αυτοκινήτων μειώθηκαν σημαντικά σε παγκόσμιο επίπεδο στη διάρκεια της ύφεσης, στην Κίνα οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 53% στα 13,6 εκατ. οχήματα, καθώς οι καταναλωτές στράφηκαν μαζικά στις αγορές αυτοκινήτων στα πλαίσια του πακέτου παροχής κινήτρων της κυβέρνησης για την οικονομία ύψους 585 δισ. δολαρίων.
Η Toyota, που παράγει οχήματα στην Κίνα σε κοινοπραξία με τις FAW Group και Guangzhou Automobile, πούλησε 709.000 οχήματα στην Κίνα πέρυσι (21% περισσότερα από το προηγούμενο έτος). Ο αριθμός αυτό ωστόσο αντιπροσωπεύει μόνον το 5% της συνολικής αγοράς.